Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Ο ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ!!!

Τώρα ποὺ τέλειωσε τὸ πανηγύρι, τὸ θέατρο σκιών, «ἡ γιορτὴ τῆς Δημοκρατίας» ὅπως λένε καὶ οἱ συνήθεις κολοκυθολογούντες – οἱ πολιτικοὶ νάνοι καὶ ἀρλεκίνοι – μπορούμε, συνοψίζοντας, νὰ αναφερθούμε σ’ αὐτὸ τὸ ἀνθρωπολογικὸ είδος ποὺ «έλαμψε» όλη τὴν προεκλογικὴ περίοδο: τὸν ὑποκριτή. Ἐλάχιστες φορές, δένοντας κόμπο τὴν καρδιά μου, στάθηκα ν’ ἀκούσω, τὶς οὐρανομήκεις ανοησίες καὶ αερολογίες των υποψηφίων.
Ἂν προσθέταμε τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς ονειροφαντασίες τους, τὴν ἐπίδειξη ήθους καὶ ἐντιμότητας, λαμβάνοντας ὑπ’ όψιν καὶ τὸ γεγονὸς ότι οἱ μισοὶ περίπου Ἕλληνες κατέβηκαν στὸν «στίβο», θὰ νόμιζε κανεὶς ότι

ζούμε σὲ χώρα καὶ κράτος πρότυπο της οἰκουμένης. Καὶ ἀναρωτιέσαι περίλυπος πως καταντήσαμε περίγελός της... Ἂν όλοι αυτοί, καὶ κυρίως οἱ παχύτεροι, εννοώ... πολιτικώς, πίστευαν αυτὰ που λένε καὶ έπρατταν τὸ ἐλάχιστο, θὰ ήμασταν κάτι σαν Ἐλβετία των Βαλκανίων.
Ὅμως κάτω ἀπὸ τὴν εὐώδη κρούστα των λόγων κρύβεται τὸ δυσώδες τέρας της ὑποκρισίας. Ἀφιερώνουμε λοιπόν, τὸ παρὸν ἄρθρο στὸν.... ἀληθινὸ νικητὴ τῶν ἐκλογῶν: τὸν ὑποκριτή. (Μιὰ παρατήρηση γιὰ τὰ ἀποτελέσματα. Πρώτευσαν στὶς εὐρωεκλογὲς οἱ τηλεοπτικὲς ἐπωνυμίες. «Αὐτοὺς βλέπουν κάποιοι, αὐτοὺς ἐμπιστεύονται». Ὀρθώς μας κανοναρχεί ἡ λαϊκὴ μούσα: «Τὴν τύχη του κάθε λαὸς τὴν κάνει μοναχός του/ καὶ ὅτι του φταίει ἡ κούτρα του/ δὲν του τὰ κάνει ὁ ἐχθρός του». Ὅλα τ’ ἄλλα είναι περιττὲς ἀκαιρολογίες...

Ὁ ὑποκριτής, λοιπόν:
Βασιλεύει παντοῦ. Βρίσκει ρωγμὲς καὶ εισχωρεί στὸν κοινωνικὸ ἱστό, μολύνοντας τοὺς πάντες. Ἐξαπλώνεται σὰν νόσος λοιμική. Λόγω της ἐλαφράδας της ἐπιχωριάζει κυρίως στὰ ἀνώτερα κοινωνικὰ στρώματα. Εἶναι τόσο διαδεδομένο τὸ ψυχικὸν τούτο πάθος, ὥστε πλάστηκαν ἀρκετὰ συνώνυμά του, γιὰ νὰ περιγραφούν ὅλες οἱ ἐκφάνσεις του. Ἔτσι ὁ ὑποκριτὴς λέγεται ἀλλιῶς: ἀνειλικρινής, κρυψίνους, διπρόσωπος, ἰησουΐτης, ταρτούφος, ἀναξιόπιστος, κάλπικος, φαρισαίος, σουπιά, φίδι κολοβό, δόλιος, κίβδηλος, ψεύτικος, σκάρτος καὶ ἄλλα πολλά, παρόμοια καὶ ἠχηρά. Καὶ λαϊκὲς παροιμίες καυτηριάζουν τὸ ἀπεχθὲς αὐτὸ ἐλάττωμα. «Ἀπ’ ἔξω κούκλα κι ἀπὸ μέσα πανούκλα». «Ἀπὸ σιγανὸ ποτάμι νὰ φοβᾶσαι». «Βλέμμα χαμηλό, βλέμμα πονηρό». «Ἀλλὰ στὰ χείλη καὶ ἄλλα στὴν καρδιά».
Ἀρχαιότατο νόσημα η ὑποκρισία, συνομήλικό τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ προπάτωρ Ἀδὰμ κρύβει ὑποκριτικὰ τὴν παρακοὴ στὸν Θεὸ καὶ προβάλλει ὡς αἰτία του φόβου του, τὴν γύμνια του. «...τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσω καὶ ἐφοβήθην ὅτι γυμνὸς εἰμί..» (Γένεση 3,10). Καὶ ὅπως ὅλοι οἱ ὑποκριτὲς φορτώνει τὸ κακὸ στὸν πλησίον: «ἡ γυνὴ ἣν ἔδωκας μετ’ ἐμοῦ...». Δὲν ὑπάρχει χειρότερο κακὸ ἀπὸ τὰ ὡραία λόγια ποὺ σὲ ξεγελάνε, γράφει ὁ Αἰσχύλος στὸν «Προμηθέα Δεσμώτη». (στίχ. 685-686). Πολλοὶ ἐνώ κάνουν τὶς αἰσχρότερες πράξεις, μιλούν μὲ πολὺ ὡραίο τρόπο, ἀποφαίνεται ὁ Δημοκριτος. Ὁ Θεοφραστος, στὸ περίφημο σύγραμμά του «Χαρακτῆρες», πραγματεύεται μὲ σατιρικὸ τρόπο καὶ τὸν ὑποκριτή. «Ὁ ὑποκριτής», γράφει, «ὅταν πλησιάζει τοὺς ἐχθρούς του, δείχνει τάχα πὼς δὲν τοὺς μισεί, ἀλλὰ πὼς τοὺς ἀγαπᾶ καὶ τοὺς ἐπαινεί μπροστά τους, ἐνώ στὰ κρυφά τους κατατρέχει». Συμβουλεύει στὸ τέλος νὰ φυλαγόμαστε περισσότερο ἀπὸ τοὺς ὑποκριτὲς παρὰ τὰ φίδια. «Φυλάττεσθαι μᾶλλον δεῖ ἢ τοὺς ὄφεις». (Θεοφραστου, «Χαρακτῆρες» εκδ. Ζαχαρόπουλου, σέλ. 27).
Δριμύτατα ὅμως διαπομπεύονται οἱ ὑποκριτὲς Φαρισαίοι στὸ Εὐαγγέλιο. «Οὐαὶ ὑμίν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί». Ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συγχώρησης, καταδικάζει μὲ τὸ τρομερὸ «οὐαὶ» (= ἀλίμονό σας) τοὺς ὑποκριτές. Τοὺς ὀνομάζει «ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν», ποὺ «διυλίζουν τὸν κώνωπα καὶ καταπίνουν τὴν κάμηλον». Τοὺς παρομοιάζει μὲ τάφους ποὺ «ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας». (Ματθ. Κγ’). Ἡ ὑποκρισία εἶναι τὸ ἀπόστημα, ἡ σαπίλα ποὺ κατατρώει τὰ θεμέλια της κοινωνίας, ὕπουλα καὶ κρυφά, γι’ αὐτὸ ἐπισύρει καὶ τὴ θεϊκὴ «ὀργή». Στὴν νεότερη Ἑλλάδα ὁ ὑποκριτὴς τράβηξε τὴν προσοχὴ τοῦ μυστήριου αὐτού Κεφαλλονίτη Λασκαράτου, ὥστε νὰ τὸν συμπεριλάβει στὸ περίφημο βιβλίο τοῦ «Ἰδοὺ ὁ Ἄνθρωπος». Γράφει: «Ὁ ὑποκριτὴς προσποιείται ἁγιοσύνη καὶ είναι ἀνόσιος, φιλία καὶ είναι ἀδιάφορος, αὐταπάρνηση καὶ είναι ἐγωιστής, πατριωτισμὸ καὶ είναι πλάνος. Ὅλα τα εἴδη της ἀρετής τὰ προσποιείται ὁ ὑποκριτής.... κατακρίνει τὴν διαφθορὰ της κοινωνίας καὶ είναι οὐσιωδώς διεφθαρμένος...».
Ὁ κοινωνιολόγος Εὐάγγελος Λεμπέσης στὸ περιβόητο βιβλίο του «Ἡ τεραστία κοινωνικὴ σημασία των βλακών ἐν τῷ συγχρόνω βίω», πιὸ παρηγορητικός, θεωρεί, μάλλον ταυτίζει, τὴν ὑποκρισία μὲ τὴν βλακεία. Τὸ ἔργο γραμμένο στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα, τέμνει μὲ ὀξύτητα καὶ εὐθυκρισία, τὴν λιμνάζουσα κοινωνία, ποὺ ἀποτελεί «ἕνα συνονθύλευμα ἀθλίων καὶ μετρίων ποὺ ἐπικαλείται καὶ καπηλεύεται τὸ λαό, μωραίνει τὴν ζύμη καὶ ἀλλοιώνει τὸ φύραμα». Ὁ ὑποκριτὴς – βλάκας, σημειώνει, «προοδεύει» στὴν κοινωνία ἢ στὸ κράτος, γιατί «τὴν ἄνοδον αὐτοῦ διευκολύνουν πλείστα πρὸς τούτο εἰδικὰ προσόντα: παντελὴς ἔλλειψις προσωπικότητος, ἥτις ἐκδηλοῦται εἰς τὴν χρονίαν ἀπουσίαν γνώμης ἐπὶ παντὸς ζητήματος ἢ ἡ ὀλιγόλογος ἀνιαρότης αὐτού, ἐκλαμβομένης ὑπὸ των ἀφελών ὡς βαθύνοια καὶ σοβαρότης. Ἡ ἀνεπανόρθωτος ἔλλειψις πνεύματος καὶ πολιτισμοῦ». Τὰ συνηθέστερα, γράφει, ὅπλα των ἀνθρώπων αὐτών είναι τὸ ψεύδος, ἡ ραδιουργία, ἡ διαστροφὴ καὶ ἡ συκοφαντία. Ἀξιοσημείωτη καὶ ἡ παρατήρησή του ὅτι «ἡ παραγωγὴ βλακών (τοὺς ὁποίους ἐπαναλαμβάνω, ταυτίζει μὲ τοὺς ὑποκριτὲς) δὲν είναι ταξική. Ἡ ὑποκρισία καὶ ἡ βλακεία ἀνθούν σ’ ὅλα τα κοινωνικὰ στρώματα. «Ἡ πονηρὰ φύσις δὲν ἔδωκεν εἰς ὠρισμένην τινὰ κοινωνικὴν τάξιν τὸ ἐπίζηλον τοῦτο προνόμιον... δὲν ἐστέρησε ἀπὸ οὐδεμία κοινωνικὴν τάξιν της σοβαράς συμβολής των». Μὲ τὸ ἔργο του στρέφεται κυρίως κατὰ των φαύλων μὲ τὰ προσωπεία του ἤθους, της ἀξίας καὶ της ἐντιμότητας, ποὺ ὅταν βρουν εὐκαιρία διαποτίζουν τὰ πάντα μὲ τὴν ὀσμὴ καὶ τὸ δηλητήριο της διαφθοράς. 

Σήμερα ἰδίως μπουκώσαμε ἀπὸ «ἀναστήματα» πνευματικά, πολιτικά, ἀθλητικά, ὅλους αὐτοὺς τοὺς σοβαροφανείς Φαρισαίους, ποὺ ψυχοπονούν γιὰ τὸν τόπο καὶ τὸν πολιτισμό του καὶ τὸν κλέβουν ἀνενδοίαστα διαπλεκόμενοι ή πατούν ἐπὶ πτωμάτων, γιὰ νὰ ἀνέλθουν στὰ ὑψηλὰ στρώματα. Ἐκεί, «ψηλὰ» ἀναπνέουν «οἱ δήθεν», οἱ ὑποκριτές, ἐλεύθερα. Ἐκκολαπτήριο της ὑποκρισίας είναι ἡ ἐξουσία, ἡ δοξομανία, ἡ ἐπωνυμολαγνεία. Καὶ ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος καθ. Ἄπ. Βακαλόπουλος, ὡς πότε τὸ φάντασμα τοῦ Διογένη θὰ τριγυρνᾶ τὴν Ἑλλάδα, μέρα μεσημέρι, μὲ τὸ φανάρι στὸ χέρι, ζητώντας πραγματικούς, γνήσιους ἀνθρώπους!
Τὸ ἔργο του Λεμπέση περὶ της σημασίας των βλακών στὸν σύγχρονο βίο ἑρμηνεύει καὶ τὰ ἀποτελέσματα των ἐκλογών. Τὰ Μνημόνια καὶ λοιπὲς ξεσκονίστρες της ἐξουσίας διατήρησαν τὶς δυνάμεις τους. Τὸ κοπάδι δὲν είναι ζαλισμένο, ἀλλὰ φοβισμένο καὶ συγχυσμένο...

Δημήτριος Νατσιός, Δάσκαλος
Back To Top