Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ (ΚΥΡΙΑΚΗ 14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα» 

Τό μεγάλο δεῖπνο τοῦ Θεοῦ γιά τό ὁποῖο μᾶς μιλά τό ἱερό Εὐαγγέλιο εἶναι μία αἰωνία πνευματική εὐτυχία. Εἶναι τό δεῖπνο τῆς Βασιλείας πού παραθέτει ὁ Θεός σ’ ἐκείνους πού

ἀποδέχτηκαν τήν πρόσκλησή του καί στό ὁποῖο ἐπιφυλάσσει τήν εὐφροσύνη τῆς συνδιαγωγῆς μέ τήν Παναγία Τριάδα.

Οἱ σημερινοί καλεσμένοι, ὅμως, τούς ὁποίους διάλεξε ὁ Ἰησοῦς μεταξύ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, δέν ἀπάντησαν. Μέ ὑπεροψία ἀρνήθηκαν, γύρισαν τό κεφάλι, προτίμησαν τίς πρόσκαιρες ἡδονές τῆς ζωῆς ἀπό τήν χαρά τῆς αἰωνιότητος. Τότε ὁ μεγάλος οἰκοδεσπότης ἐκάλεσε πόρνες στή θέση τῶν σοφῶν, ζητιάνους στή θέση τῶν πλουσίων, ἁμαρτωλούς στή θέση τῶν φαρισαίων καί ἐγέμισε τίς θέσεις τοῦ δείπνου.

Ἡ παραβολή τοῦ μεγάλου δείπνου δέν ἀφοροῦσε μόνο τούς ἀκροατές τοῦ Ἰησοῦ πού μέ ψυχρότητα καί ὑπεροψία ἄκουγαν τήν πρόσκλησή του γιά σωτηρία. Ἀφορᾶ καί τούς συγχρόνους χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι καθημερινά δέχονται τήν πρόσκληση τῆς Ἐκκλησίας γιά σωτηρία καί συγκεκριμένα γιά τή συμμετοχή τους στό μυστικό τραπέζι τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Οἱ μέρες πού πλησιάζουν μᾶς καλοῦν νά παρακαθήσουμε στό δεῖπνο πού παραθέτει ὁ Κύριος, ἄν θέλουμε νά ζήσουμε τό πραγματικό νόημα τῶν Χριστουγέννων. Χριστούγεννα χωρίς Χριστό δέν νοοῦνται. Χριστούγεννα χωρίς Θεία Κοινωνία δέν διαφέρουν ἀπό τίς ἄλλες μέρες τοῦ χρόνου. Δέν θά ζήσουμε τό νόημα τῶν Χριστουγέννων μέ τό στόλισμα τοῦ δένδρου, ἄν προηγουμένως δέν κοσμίσουμε τήν ψυχή μας καί δέν τήν ἑτοιμάσουμε νά παρακαθήσει στό μεγάλο δεῖπνο τῆς Θείας Λειτουργίας. Καί ὄχι μόνο τίς ἡμέρες αὐτές, ἀλλά τακτικά κάθε Κυριακή καί σέ κάθε ἑορτή μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία στό μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας. 

Ἐμεῖς τί ἀπάντηση δίνουμε στήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ;

Οἱ λόγοι γιά τούς ὁποίους ἀρνήθηκαν τήν πρόσκληση τοῦ οἰκοδεσπότου οἱ ἄνθρωποι τῆς παραβολῆς ἦταν γελοῖοι. Ὁ πρῶτος ἰσχυρίσθηκε, ὅτι ἀγόρασε καινούριο ἀγρό καί ἔπρεπε νά πάει νά τόν ἰδεῖ. «Ἀγρόν ἠγόρασα καί ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καί ἰδεῖν αὐτόν». Περίεργη ἡ ἀπάντησή του. Λές καί θά ἔφευγε τό χωράφι καί δέν θά μποροῦσε ἀργότερα νά τό ἰδεῖ. Ὁ δεύτερος εἶχε κάνει ἀγορά βοῶν καί ἤθελε νά τά δοκιμάσει. «Ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καί πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά». Χονδροειδής ἡ δικαιολογία καί ἀστήρικτη, ἀφοῦ θά μποροῦσε μετά τό δεῖπνο νά τά δοκιμάσει. Ὁ τρίτος, σάν τόν Ἀδάμ μετά τήν πτώση, χρησιμοποίησε τή γυναίκα του σάν δικαιολογία τῆς ἀρνήσεώς του. «Γυναῖκα ἔγημα καί διά τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν». Δέν σκέφθηκε, ὅτι τή γυναίκα θά τήν εἶχε μέχρι νά πεθάνει, ἐνῶ τήν εὐκαιρία τοῦ μεγάλου δείπνου δέν θά τήν ξανάβρισκε.

Καί οἱ τρεῖς πού περιφρόνησαν τή θεϊκή πρόσκληση ἦταν ἄνθρωποι μέ στενή καρδιά καί μικρό μυαλό. Ὁ ἐγωϊσμός τούς ἐτύφλωσε, ὥστε νά μήν μπορέσουν νά δοῦν τό πνευματικό συμφέρον τους. Ἔμειναν ἁλυσοδεμένοι στίς ψευτοχαρές τῆς ζωῆς καί ἀρνήθηκαν τήν αἰώνια χαρά, τήν ὁποία ἀπήλαυσαν «οἱ πτωχοί καί ἀνάπηροι καί χωλοί καί τυφλοί» πού στήν φωνή τοῦ Θεοῦ ὑπήκουσαν μέ ταπεινοφροσύνη.

Οἱ τρεῖς ἀρνητές ἔχουν καί στίς μέρες μας πολλούς μιμητές. Στήν πρόσκληση τῆς κυριακάτικης καμπάνας μέ τόν ἴδιο τρόπο ἀρνοῦνται ὅσοι δέν θέλουν νά παρακαθήσουν στό μυστικό τραπέζι πού παραθέτει ὁ Θεός στούς πιστούς του. Χαρακτηριστικό γνώρισμα ὅλων εἶναι ἡ ἀδιαφορία γιά ὅσα τελεσιουργοῦνται ἐκεῖ καί ἡ περιφρόνηση τῆς προσκλήσεως τοῦ Θεοῦ.

Ἡ φράση «ἀγρόν ἠγόρασα» ἐπεκράτησε καί στήν καθημερινή φρασεολογία νά σημαίνει τήν ἀδιαφορία. Σέ δικούς τους κόσμους ζοῦν οἱ περισσότεροι ἀδελφοί μας χριστιανοί. Κάθε Κυριακή δονεῖται ἡ ἀτμόσφαιρα ἀπό τίς γλυκύφθογγες κωδωνοκρουσίες τῶν Ἐκκλησιῶν κι ἐκεῖνοι μακάρια ναρκωμένοι στό κρεβάτι ἀναπαύουν τήν καταπονεμένη ἀπό τήν νυχτερινή διασκέδαση σάρκα τους. Ἄλλοι τρέχουν μέ ἄγχος νά συνεχίσουν τήν ἐργασία τους, ἄλλοι μέ τήν οἰκογένειά τους φεύγουν στήν ἐξοχή κι ἄν κανείς τούς ὑπενθυμίσει τό χρέος τοῦ ἐκκλησιασμοῦ θά πάρει τήν ἴδια ἀπάντηση πού ἔδωσαν οἱ προσκεκλημένοι τῆς παραβολής: «ἐρωτῶ σε, ἔχε μέ παρατημένον», «παράτα με, ἄσε με ἥσυχο, μή μέ ζαλίζεις μ’ αὐτά». Περιφρονοῦν τήν Ἐκκλησία καί εἰρωνικά λένε, ὅτι εἶναι γιά τούς γέρους καί τούς «καθυστερημένους». Ἡ βιασύνη τῆς νευρικῆς τεχνολογικῆς ἐποχῆς τούς δημιουργεῖ ἕνα νέφος ἀπό καυσαέρια, πού πλακώνει τή σκέψη καί τήν καρδιά καί δέν τούς ἀφήνει νά χαροῦν τό φῶς καί τή ζωογόνο πνοή τῆς Θείας Λατρείας.


Η Θεία Λειτουργία εἶναι μία πράξη τοῦ λαοῦ καί τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα ἔργο, στό ὁποῖο συμμετέχει καί ὁ Θεός καί ὁ λαός. Μέσα στή Θεία Λειτουργία συνεχίζεται τό ἔργο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ξαναγεννιέται, ξανασταυρώνεται καί πάλι ἀνίσταται ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅπως στό Μυστικό Δεῖπνο ἔτσι κι ἐδῶ μεταβάλλεται τό ψωμί σέ Σῶμα Χριστοῦ καί τό κρασί σέ αἷμα Χριστοῦ. Κατέρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως τήν Πεντηκοστή, καί ἑνώνεται ἡ γῆ μέ τόν οὐρανό. Ἡ παρουσία τῆς ἁγίας Τριάδος καί ὁλόκληρου τοῦ οὐράνιου πνευματικοῦ κόσμου εἶναι βεβαία. Δίπλα μας στέκουν ἄγγελοι καί μαζί μέ μᾶς διακονοῦν στό μυστήριο τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας ἡ Ἐκκλησία γίνεται οὐρανός καί ἐμεῖς μέ τήν μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστήριων γινόμαστε σύσσωμοι καί σύναιμοι Χριστοῦ. Μέσα σέ μία ὥρα ζοῦμε τά αἰώνια μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί μεταφερόμαστε στόν οὐρανό. Μέ τή θεία Χάρη εἰρηνεύουμε ἐσωτερικά, λύνουμε τά προβλήματα πού μᾶς ἀπασχολοῦν, παίρνουμε δυνάμεις γιά τόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς καί φεύγουμε ἀνακαινισμένοι, αἰσιόδοξοι καί χαριτωμένοι. Ἄν κανείς μᾶς ὑποδείξει ἕνα τρόπο νά μείνουμε ἀθάνατοι, πάντα χαρούμενοι καί γαληνεμένοι, δέν θά εἶναι ἀνοησία μας νά τόν ἀποποιηθοῦμε; Ἄν μᾶς προσφέρουν ἕνα φάρμακο πού μᾶς κάνει θεούς, δέν θά εἶναι μωρία νά τό περιφρονήσουμε; Ὁ οἰκοδεσπότης τοῦ σύμπαντός μᾶς προσφέρει καί τόν τρόπο καί τό φάρμακο. Εἶναι τό μέγα δεῖπνον, ἡ Θεία Λειτουργία, στό ἱερό τραπέζι τῆς ὁποίας παρατίθεται τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ «τό ὑπέρ «ἡμῶν κλώμενον καί διαδιδόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Μέ τό φάρμακο τῆς ἀθανασίας καταφλέγεται κάθε ἀκαθαρσία, μεταμορφώνεται ἡ καθημερινότητα, ὁ κόσμος γίνεται Ἐκκλησία καί ἡ ζωή ὑψώνεται ἀπό τό βιολογικό ἐπίπεδο τῆς συνυπάρξεως ἀτόμων σέ μία κοινωνία ἀγάπης.


ΠΗΓΗ
Back To Top